άξων

ο
βλ. άξονας.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἄξων — ἄξος masc gen pl ἄξων axle masc nom/voc sg ἄ̱ξων , ἄγνυμι break fut part act masc nom sg ἄγω lead fut part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀξόνεσσιν — ἄξων axle masc dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀξόνων — ἄξων axle masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄξονα — ἄξων axle masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄξονας — ἄξων axle masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄξονες — ἄξων axle masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄξονι — ἄξων axle masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄξονος — ἄξων axle masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄξοσι — ἄξων axle masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄξοσιν — ἄξων axle masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.